Dialogi
Choose a text
id="mobileReaderAuthor" class="mobile-reader-author" href="/authors/gregorius-i540-604" aria-label="More works by Gregorius I">
—
⋯
Original / primary: 8063 Dialog2
109.1
ΚΕΦΑΛ. ΝΕ'. Περὶ τοῦ σώματος Βαλεντίνου δεφένσωρος μετὰ θάνατον ἐκριφέντος τοῦ μνήματος.
109.1
Ὁ εὐλαβέστατος ἀδελφὸς Βενάντιος, ὁ τῆς πόλεως Λούνης ἐπίσκοπος, ὁ καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος παρὼν, καὶ Λιβέριος ὁ μεγαλοπρεπέστατος ἀνὴρ εὐλαβὴς καὶ ἀληθινὸς ὑπάρχων, οὗτοι ἑαυτοὺς ἅμα τῶν ἰδίων ἀνθρώπων παρεῖναι ἐν τῷ πράγματι λέγουσι περὶ οὗ διηγοῦνται, ὅπερ ἐν τῇ πόλει Γενούας συμβέβηκε. Βαλεντῖνος γάρ τις ὀνόματι τῆς Μεδιολάνων ἐκκλησίας ὑπάρχων δεφένσωρ, ἐκεῖσε ἀπέθανεν, ἀνηρ σφόδρα μεμολυσμένος, καὶ πάσῃ ἀταξίᾳ ἀσχολούμενος. Τὸ δὲ τούτου σῶμα ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ ἁγίου μάρτυρος Σύρου ἐτάφη. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον ἐν τῇ αὐτῇ ἐκκλησίᾳ φωναὶ γεγόνασιν, ὡς ὅτι μετὰ βίας ἐκεῖθέν τις ἐξεβλήσκετο. Εἰς δὲ τὰς αὐτὰς φωνὰς δραμόντες οἱ φύλακες, θεωροῦσι δύο τινὰ καὶ φρικώδη πνεύματα τοῦ αὐτοῦ Βαλεντίνου τοὺς πόδας δεσμῷ τινι σφίγξαντα, καὶ ἔξω τῆς ἐκκλησίας αὐτὸν σύροντα, σφοδρῶς πάνυ κλαίοντα καὶ ὀδυρόμενον. Ἐπὶ δὲ τοῦτο καταπτήξαντες, ἐν ταῖς ἰδίαις κοίταις ὑπέστρεψαν. Πρωΐας δὲ γενομένης, ἀνοίξαντες τὸ μνῆμα ἐν ᾧ αὐτὸς Βαλεντῖνος ταφεὶς ὑπῆρχεν, οὐχ εὗρον ἐκεῖσε τὸ σῶμα αὐτοῦ, ἔξω δὲ τῆς ἐκκλησίας ζητήσαντες, εὗρον ἐν ἑνὶ μνήματι τοῦτο ῥιφὲν δεδεμένον τοῖς ποσὶ καθὼς ἐκ τῆς ἐκκλησίας ὑπῆρχε συρέν. Ὅθεν ἐν τῷ πράγματι τούτῳ, Πέτρε, κατανόησον, ὅτι ὧν αἱ ἁμαρτίαι βαρεῖαι ὑπάρχουσιν, ἐὰν ἐν τοῖς ἱεροῖς τόποις ταφῆναι ἑαυτοὺς ποιήσωσιν, ἔλεγχον τῆς αὐτῶν μολύσεως καὶ κατακρίσεως καταλιμπάνουσι, παρὰ τῶν ἱερῶν τόπων μὴ λυτρούμενοι, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον τῷ πταίσματι τῆς τόλμης κατηγορούμενοι.
109.1
ΚΕΦΑΛ. ΝΕ'. Περὶ τοῦ σώματος Βαλεντίνου δεφένσωρος μετὰ θάνατον ἐκριφέντος τοῦ μνήματος. CAPUT LIV. De tinctoris corpore in Ecclesia sepulto, et postmodum non invento.
109.1
Nam quid quoque in hac urbe contigerit, tinctorum, qui hic habitant, plurimi testantur, quod quidam artis eorum primus, cum defunctus fuisset, in Ecclesia beati Januarii martyris juxta portam sancti Laurentii a conjuge sua sepultus est. Sequenti autem nocte ex eadem sepultura, audiente custode, ejus spiritus coepit clamare: Ardeo, ardeo. Cum vero diu has voces emisisset, custos hoc ejus nuntiavit uxori. Uxor vero illius eos qui diligenter inspicerent artis ejusdem viros transmisit ad ecclesiam, volens cognoscere qualiter ejus corpus esset in sepulcro, de quo talia clamaret. Qui aperientes sepulcrum, vestimenta quidem intacta repererunt, quae nunc usque in eadem ecclesia pro ejusdem causae testimonio servantur, corpus vero illius omnino non invenerunt, ac si in sepulcro eodem positum non fuisset. Qua ex re colligendum est qua ultione anima ejus damnata sit, cujus et caro est ab ecclesia projecta. Quid igitur sacra loca sepultis prosunt, quando hi qui indigni sunt ab eisdem sacris locis divinitus projiciuntur?